κλάμα
λάμα
άμα
μα
α
κλάμα
λάμα
άμα
μα
α
είναι παράνομη
Ποιος στο πε;
Δε μου το πε κάποιος
Που το ‘μαθες;
Από το δρόμο
Δε με γελάς, πες!
με ποιον μιλάς;
Δεν είναι εκεί πάνω που κοιτάς
μου το λένε οι αδερφοί μου
Δεν έχεις αδερφούς, πες!
Μου το λέει η φυλή μου
δεν ανήκεις σε τέτοια πες!
Θες να ξέρεις την πληγή για να με εμπιστευτείς;
Μη με ρωτάς, ξέρω πως μίλησες
με κάποιον πως μιλάς
και τώρα, να! είπες για πηγή!
Είπα για πληγή
είμαι εδώ στη γη
κι εδώ μαζεύω απ’ τη γύρη των κεφαλιών
κατάλοιπα παλιών χαρτιών
δεν είναι από έξω δεν είναι από εκεί από κάποιον
Γιατί φοβάσαι να μου πεις; πες!
Το έμαθα από φασκιωμένους γονείς
Όχι, πες!
Από μπαλωμένους δασκάλους
Όχι, πες!
Από υπαλλήλους φθορίου
Όχι δεν είναι αυτά τα απλά,
αλλιώς το μάτι σου δε θα ‘χε κεντήσει πέπλα,
πες!
Το έμαθα από μένα, δεν έχω άλλη πηγή
κι αυτήν τη θες τόσο πολύ!
Μα κι από την πηγή να είναι, δεν είναι διαφορετικό, εσύ την έχεις την πηγή,
μα πες μου πως μοιάζει αυτή;
Όχι, το ίδιο δεν είναι, δεν είναι απ’ την πηγή
εγώ σου λέω δεν είμαι καθρέφτης αυτής,
θες τόσο να δεις!
τίποτα δεν μου ειπώθηκε, από μένα είναι,
το ίδιο δεν είναι
Μεγάλο το εγώ σου, σε βάζει στην κορφή και νομίζεις πως είναι δικά σου, πες!
Το κουρασμένο εγώ μιλάει για τους άλλους, δε θέλει να ‘ναι από δω, θέλει να είναι αλλιώς, θέλει να μιλάει για την πηγή,
θέλει να πείθει η πηγή
μα εγώ, έχω εγώ, είμαι εδώ
“Τί είδους φως είναι αυτό,
που φοβάται το σκοτάδι
- πως, αν έρθει στο σκοτάδι,
το σκοτάδι θα δυναμώσει
και θα το καταστρέψει;”

Σε μια κοινή αυλή στα παιδικά μου χρόνια
μάθαινα πως είναι μύθος αυτός των φυσιολογικών χαρακτήρων
κι εκείνο το περίεργο λάιφ στάιλ που μερικοί θα το ‘λεγαν εφιάλτη
και δε βγάζω κι εμένα απ’ έξω.
Το Δεσποινάκι ήταν μια διαφορετική πραγματικότητα,
μια ολόκληρη ζωή πακεταρισμένη σ’ένα σπίτι
κι απ’ το μπαλκόνι ήξερε για όλη τη γειτονιά.
Είχε μεταλλική φωνή κι ένρινη πολύ,
σχολείο δεν ήθελε να πάει,
μόνο να παντρευτεί ήθελε.
Ίσως όχι όλοι, αλλά κι οι μερικοί από ευγένεια της απαντούσαν
όταν τους φώναζε για να τους χαιρετίσει απ’ το μπαλκόνι της.
Το “ομόρφυνες” ήταν η καλημέρα της
κι ένα τράβηγμα “έλα πάμε” απ’ το χέρι του παιδιού κάθε περαστικής μαμάς, η απάντηση που έπαιρνε.
Στους διαλόγους με τους γείτονες είχε μεγάλες παύσεις.
Προσπαθούσε να καταλάβει
ή προσπαθούσε να νιώσει, για εκείνη ίσως να μην είχε διαφορά.
Τα μεσημέρια ένιωθα να με παρακολουθεί στο δωμάτιό μου,
το παράθυρό μου ήταν μια οθόνη για ‘κείνη και μελετούσε την εικόνα.
Δεν την έβλεπα όταν μου μιλούσε,
κρυβόταν πίσω απ’ τη στροβιλιστή σιδερένια σκάλα του ακάλυπτου.
Παλιότερα δυσκολευόμουν να της απαντώ χωρίς να τη βλέπω, δεν μπορούσα να τη διακρίνω
μετά έμαθα να της μιλώ κοιτώντας κάτι άλλο, όπως στο τηλέφωνο,
ενώ συνέχιζα αυτό που έκανα.
“-ωραίο το έκανες το δωμάτιό σου!
-σ’ευχαριστώ Δεσποινάκι, καλά είσαι;
-ναι! καλά! γειά σου τώρα”
Αν και το βίντεο είναι από τα τέλη της δεκαετίας του ’70
εντούτοις, για πνευματικό πρόσωπο αναφοράς μάλλον φαινόταν να χει έρθει απ’ το μέλλον
[ή την οδύσσεια του διαστήματος]
κι όχι μόνο στυλιστικά